Πάντα είχα μια περίεργη λατρεία στα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών. Αυτά με τις τραβηγμένες κουρτίνες, που περνώντας από μπροστά τους μπορούσες να δεις το εσωτερικό ενός δωματίου –κουζίνα, σαλόνι συνήθως. Όπως λένε ‘ανοιχτές τσάντες –ανοιχτές καρδιές’, έτσι κι εγώ λέω ‘ανοιχτές κουρτίνες-ανοιχτές καρδιές’. Είναι μια εμπειρία το κάθε κοίταγμα. Βλέπεις τα κάδρα στους τοίχους, τις ανοιχτές τηλεοράσεις και τους ανθρώπους να κάθονται απέναντί τους, στον καναπέ, ήρεμοι, αποξεχασμένοι… βλέπεις καθαρά δωμάτια, τα πάντα ταχτοποιημένα για το μάτι του περαστικού. Πλαστικά λουλούδια στο βάζο πάνω στο τραπέζι, χρώματα μπορντώ στα τραπεζομάντιλα, εκρού στις κουρτίνες, ησυχία… Σπανιότατα κάποια παρέα γύρω από το τραπέζι να πίνει τον καφέ της και να τα λέει ήσυχα. Αυτή η ηρεμία που αποπνέει αυτό το δωμάτιο με θέλγει, εμένα ως περαστικό, να ρίξω μια κρυφή ματιά στο εσωτερικό αυτής της οικογένειας. Θέλω να δω ήρεμα πρόσωπα, ανθρώπους να κινούνται χαλαρά, και να σιγομιλούν. Να ζουν μια ζωή χαμηλών τόνων, αλλά αυτάρκη και ικανοποιημένη. Ίσως αυτό να είναι το ζητούμενο: μια κουρτίνα τραβηγμένη δηλώνει την ικανοποίηση του ενοίκου για το ποιον της ζωής του. Τόσο ικανοποίηση ώστε να τολμήσει να την εκθέσει στα μάτια του περαστικού και να τον καλέσει να την κρίνει –ή να τη συγκρίνει. Είναι βέβαιος πως δεν θα την κατακρίνει, διαφορετικά βέβαια δεν θα τολμούσε να τραβήξει τις κουρτίνες και να μας κάνει μετόχους στο δικό του πλαίσιο ζωής. Αυτό λοιπόν είναι το ζητούμενό μου. Ίσως και το δικό μου όνειρο… Καλωσόρισες, Άγη.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Νότιος Άνεμος" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

