Υποψήφιοι θα είναι:
- ο Αντρέας Ξανθός, γιατρός και πρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου,
- ο Ευθύμης Καρουζάκης, εκπαιδευτικός και πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ρεθύμνου,
- ο Γιώργος Οικονόμου, τοπογράφος μηχανικός και
- η Όλγα Αντωνουσάκη, αντιπρόεδρος του συλλόγου εργαζομένων του Νοσοκομείου Ρεθύμνου.
Στη συνέντευξη τύπου για την παρουσίαση των υποψηφίων, ο εκπρόσωπος τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Ρεθύμνου, Νίκος Σερντεδακις, είπε τα εξής:
Για μια ριζοσπαστική αριστερή έξοδο από την κοινωνική και οικονομική κρίση.
Δύο μόλις χρόνια μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2007, η παραίτηση της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή έρχεται να σηματοδοτήσει την παταγώδη αποτυχία του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας και των πολιτικών επιλογών της.
Η Νέα Δημοκρατία ήδη από το 2004 υποσχέθηκε στους έλληνες και στις ελληνίδες την «ανασυγκρότηση του κράτους» και τον «εξορθολογισμό» της δημόσιας διοίκησης. Απέτυχε οικτρά. Η δημόσια διοίκηση συνέχισε να λειτουργεί με πελατειακούς όρους ενώ ο εξορθολογισμός της κατέληξε να σημαίνει το συνεχή περιορισμό των δημόσιων δαπανών στους κρίσιμους τομείς της υγείας, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης.
Η Νέα Δημοκρατία, και ο Κώστας Καραμανλής προσωπικά, υποσχέθηκε ότι θα συγκρουστεί με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, τους περίφημους «πέντε νταβατζήδες». Αυτοδιαψεύσθηκε τραγικά. Όχι μόνο τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα συνέχισαν να υπαγορεύουν την οικονομική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, αλλά εντάθηκαν τα φαινόμενα της διαπλοκής και της διαφθοράς. Το σκάνδαλο του καρτέλ του γάλακτος και των περίφημων κουμπάρων, η υπόθεση Ζαχόπουλου, το Βατοπέδιο, οι μίζες της Ζήμενς και όσα τραγελαφικά συνέβησαν με τον ομοτράπεζο κορυφαίων πολιτικών κύριο Χριστοφοράκο αποδεικνύουν και στους πλέον δύσπιστους ότι οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας εξέθρεψαν αντί να τιθασεύσουν τα φαινόμενα της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος, της διαφθοράς και της διαπλοκής.
Η Νέα Δημοκρατία υποσχέθηκε το δημοσιο-οικονομικό νοικοκύρεμα, διαβεβαίωσε ότι με τις πολιτικές της θα οδηγήσει στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου, ότι θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και θα κάμψει την ανεργία, ειδικότερα εκείνη των νέων ανθρώπων. Υποσχέθηκε ότι θα συνδράμει τους μισθωτούς, τους οικονομικά ασθενέστερους, τους χαμηλοσυνταξιούχους, τους αγρότες, τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Διαψεύσθηκε παταγωδώς από την οδυνηρή για τους πολίτες πραγματικότητα. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν κινείται με αρνητικούς ρυθμούς, οι σπατάλες του δημοσίου διαρκώς διογκώνονται, η ανεργία καλπάζει, τα εισοδήματα των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων συμπιέζονται ακόμα περισσότερο, οι αγρότες οδηγούνται σε οικονομική κατάρρευση.
Με την πολιτική της για τις εργασιακές σχέσεις η Νέα Δημοκρατία διαμόρφωσε ένα σύγχρονο εργασιακό μεσαίωνα. Οι περίφημες μεταρρυθμίσεις της υπηρέτησαν την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου προς όφελος των επιχειρηματιών. Σήμερα, στην αγορά εργασίας κυριαρχούν οι συμβάσεις μειωμένου χρόνου, η ανασφάλιστη εργασία, το μπλοκάκι, τα προγράμματα Stage, η ενοικίαση εργαζομένων. Μισή δουλειά, μισός μισθός, μισή ζωή είναι η προοπτική που προδιαγράφουν αυτές οι πολιτικές για τους νέους ανθρώπους στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.
Μπροστά, λοιπόν, στην επικείμενη εκλογική αναμέτρηση, οι πολίτες οφείλουν να αναρωτηθούν για τις βαθύτερες αιτίες που βρίσκονται πίσω από αυτήν την δυσοίωνη για την κοινωνία πραγματικότητα. Από πολλές πλευρές επιχειρείται ο δημόσιος διάλογος να επικεντρωθεί γύρω από τα προσωπικά χαρακτηριστικά των επίδοξων πρωθυπουργών, γύρω από το ποιος είναι ο «καταλληλότερος» να οδηγήσει την Ελλάδα σ’ ένα «καλύτερο αύριο», στην έξοδο από την σημερινή κοινωνική και οικονομική κρίση.
Θέλουν να μας πείσουν ότι η μόνη λύση που διαθέτουμε είναι εκείνη της επιλογής των αρτιότερων διαχειριστών και των πιο επιδέξιων τεχνοκρατών. Η επικέντρωση του δημόσιου διαλόγου σ’ αυτή τη διάσταση είναι στοχευμένη. Συνιστά μια μεθοδικά επιλεγμένη στρατηγική των οικονομικών και πολιτικών ελίτ για τη χειραγώγηση των ψηφοφόρων. Είμαστε βέβαιοι: τους πολίτες δεν απασχολεί σήμερα αν ο Γιώργος Παπανδρέου είναι «καταλληλότερος» του Κώστα Καραμανλή για την πρωθυπουργία. Οι πολίτες ενδιαφέρονται για τις πολιτικές που θα εφαρμόσει η όποια κυβέρνηση μετά τις 4 Οκτωβρίου. Κυρίως, τους πολίτες απασχολούν οι αρχές και η «φιλοσοφία» όσων διεκδικούν την ψήφο τους.
Η Νέα Δημοκρατία σε μια πρωτοφανή για τα προεκλογικά ήθη και έθιμα του τόπου πρακτική ζητά την ψήφο μας για να εντείνει την καταστροφική της πολιτική. Ο Κώστας Καραμανλής μας έταξε πάγωμα των μισθών, πάγωμα των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα, ακόμα μεγαλύτερη μείωση των δημόσιων δαπανών στην υγεία, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση και τις παραγωγικές επενδύσεις. Επέμεινε στην πολιτική της ακόμα εντονότερης ελαστικοποίησης των σχέσεων εργασίας και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Μετά το ξεπούλημα της Ολυμπιακής, του ΟΤΕ, των λιμανιών, μας προειδοποίησε ότι σχεδιάζει την εκποίηση όσης δημόσιας περιουσίας δεν έχει παραχωρηθεί στους ντόπιους και ξένους επιχειρηματίες. Όμως, η συνέχιση αυτής της πολιτικής και η ένταση της λιτότητας είναι τα εργαλεία ενός μοντέλου ανάπτυξης που επιτείνει τις κοινωνικές ανισότητες, διογκώνει την ανεργία, θυσιάζει το περιβάλλον στο βωμό των κερδών των ολίγων σε βάρος της ποιότητας ζωής των πολλών.
Το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου τηρώντας την παράδοση των προεκλογικών υποσχέσεων και των παροχών επιχειρεί να διαμορφώσει προσδοκίες για μια φιλολαϊκή πολιτική εξόδου από την κρίση. Προσδοκίες, όμως, που φροντίζει έντεχνα να υπονομεύσει και να ψαλιδίσει πριν καν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Υπόσχεται δικαιότερη φορολογική πολιτική και μια εναλλακτική πορεία ανάπτυξης στηριγμένη στην αμερικανόπνευστη πράσινη πολιτική, για την οποία ουδείς γνωρίζει τι πραγματικά σημαίνει. Επαναφέρει τον φόρο κληρονομιάς, με ασαφείς δεσμεύσεις για την προστασία των μικροϊδιοκτητών. Τάζει μισθολογικές αυξήσεις με βάση τον πληθωρισμό που μόνον αφελείς μπορούν να παραπλανήσουν. Για παράδειγμα, ο χαμηλός πληθωρισμός που οφείλεται στην οικονομική ύφεση ισούται με 30 λεπτά αύξηση την ημέρα για ένα μισθωτό με 1.000 ευρώ μηνιαίες αποδοχές.
Για το ζήτημα των ελαστικών σχέσεων εργασίας ο κύριος Παπανδρέου σιωπά. Σε ερώτηση δημοσιογράφου στη ΔΕΘ για το αν θα ακυρώσει τους νόμους της διακυβέρνησης Σημίτη για τις ελαστικές σχέσεις εργασίας και τους ενοικιαζόμενους εργαζόμενους, ο κ. Παπανδρέου επέλεξε να μην απαντήσει. Ως προς τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής έδειξε να έχει «κρυφή ατζέντα», τόσο για το θέμα του αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολης όσο και για τα ζητήματα που αφορούν στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εξαιρετικά κραυγαλέες και ενδεικτικές της νοοτροπίας του Γιώργου Παπανδρέου ήσαν όμως οι δηλώσεις του για το πρόβλημα του χωροταξικού σχεδιασμού, τα δάση και τις χρήσεις γης. Προφανώς ζώντας σε άλλη χώρα, ο κ. Παπανδρέου αποκάλυψε ότι δεν γνωρίζει ποιοι ευθύνονται για τη διαρκή οικοπεδοποίηση της αγροτικής γης και των δασών ούτε για την πολιτική παράδοσης του περιβάλλοντος στα επιχειρηματικά συμφέροντα. Για το λόγο αυτό κάλεσε «διάσημους» ξένους χωροτάκτες να υποβάλλουν προτάσεις και να διαμορφώσουν την πολιτική της χώρας για τα θέματα αυτά. Πέρα από την προφανή του προσπάθεια να αποφύγει την ανάληψη ρητών δεσμεύσεων, η δήλωσή του αυτή ηχεί ως ράπισμα προς όλους εκείνους τους πολίτες που για χρόνια δίνουν τη μάχη της περιβαλλοντικής προστασίας. Φανερώνει μια αποικιακή λογική που καταδικάζει το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας στην ανυποληψία, προτάσσοντας έναν κομπλεξικό κοσμοπολιτισμό επαρχιακής κοπής.
Αυτό που προσπαθεί ανεπιτυχώς να κρύψει το ΠΑΣΟΚ είναι ότι η Νέα Δημοκρατία συνέχισε την πολιτική των κυβερνήσεων Σημίτη. Η Νέα Δημοκρατία έχτισε πάνω στις «εκσυγχρονιστικές» πολιτικές του ΠΑΣΟΚ, βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι προφανές: τα κόμματα του δικομματισμού, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, υιοθετούν τη νεοφιλελεύθερη λογική. Το φιλολαϊκό φτιασίδωμα του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ δεν αμφισβητεί ριζικά τα δόγματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που οδήγησαν ολόκληρο τον πλανήτη και την Ελλάδα στην οικονομική ύφεση και κρίση. Προγραμματικά το ΠΑΣΟΚ, το μόνο που υπόσχεται είναι μια πιο light διαχείριση της κρίσης, δίχως να θέτει τέλος στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο διακυβέρνησης.
Στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, οι πολίτες εξωθούνται να επιλέξουν το μπαστούνι του Καραμανλή ή το καρότο του Παπανδρέου. Να επιλέξουν ανάμεσα σε πολιτικές και πρόσωπα που υπηρετούν τα μεγάλα συμφέροντα, τον ένα δίχως προσωπείο και τον άλλο με τη φορεσιά του «φίλου του λαού». Όμως οι εκλογές και η ζωή των πολιτών δεν μπορούν να αποτελούν τηλεοπτικό διαγωνισμό που αναδεικνύει τον πιο πολλά υποσχόμενο ηθοποιό του ίδιου σεναρίου. Οι πολίτες δεν αντέχουν άλλο να είναι παθητικοί θεατές. Πρέπει να δώσουν τη μάχη συλλογικά για μια κοινωνία ισότητας, ελευθερίας και δικαιοσύνης. Σ’ αυτή τη μάχη έχουν δύο στηρίγματα: την εμπιστοσύνη στον ίδιο τους τον εαυτό και τις προοπτικές διαμόρφωσης μιας ενωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς που θα μπορεί να συμπυκνώνει τα αιτήματά τους σ’ ένα συνεκτικό σχέδιο για μια δημοκρατική πολιτεία ίσων μεταξύ τους πολιτών.
Απέναντι στα φαινόμενα και τις επιπτώσεις της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, η ριζοσπαστική αριστερά καταθέτει και σ’ αυτές τις εκλογές το δικό της πρόγραμμα. Κανείς δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις που βάζουν τους ανθρώπους και το περιβάλλον πάνω από τα κέρδη των οικονομικά ισχυρών.
Το πρόγραμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς καθοδηγεί η αρχή που λέει ότι η οικονομία πρέπει να υπηρετεί τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους και όχι το αντίστροφο. Σήμερα μπορούμε να παλέψουμε για την αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζομένων, των νέων, των συνταξιούχων και των ανέργων. Ζητάμε λιγότερες ώρες εργασίας και σταθερή δουλειά για όλους. Αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις για να τονωθεί το εισόδημα των λαϊκών στρωμάτων ως μοναδική προϋπόθεση για την έξοδο από την οικονομική ύφεση. Δημόσιες επενδύσεις για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας στον τομέα της υγείας, της παιδείας, των υποδομών και του περιβάλλοντος. Ζητάμε να σταματήσει η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, να επανέλθουν υπό δημόσιο κοινωνικό έλεγχο οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και μέρος του τραπεζικού τομέα. Διεκδικούμε ένα ουσιαστικό κράτος πρόνοιας για να δοθεί τέλος στην υπερχρέωση των νοικοκυριών στις τράπεζες. Άμεσα να στηριχθούν οι αγρότες με πολιτικές και χρηματοδοτήσεις που οδηγούν στην ένταση της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Θέτουμε ως στόχο τη συγκράτηση των ανθρώπων στην ύπαιθρο, την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαμόρφωση ισχυρών τοπικών αγορών ως όρο για μια εναλλακτική ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
Ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) καλεί τους πολίτες να εμπιστευθούν τις δυνάμεις τους, να οραματιστούν και να διαμορφώσουν τους όρους για μια δημοκρατική κοινωνία δικαίου, ελευθερίας και κοινωνικής ισότητας. Να δώσουν τη μάχη των εκλογών, και κυρίως να δώσουν το παρών στους κοινωνικούς αγώνες που μας περιμένουν μετά τις εκλογές, με εμπιστοσύνη στη δυνατότητά τους να κερδίζουν και να αλλάζουν τους συσχετισμούς δύναμης.
Περισσότερα... »