Το 2004, όταν η Νέα Δημοκρατία διαδέχθηκε το ΠΑΣΟΚ, ο χώρος της παιδείας μετρούσε ήδη αρκετά συσσωρευμένα προβλήματα. Χαμηλή χρηματοδότηση, αλλεπάλληλοι πειραματισμοί με το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ που χορηγούσαν πτυχία χωρίς αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, γιγάντωση του φαινομένου της παραπαιδείας και εξοντωτικοί ρυθμοί για τους μαθητές Λυκείου, ήταν μερικά από αυτά. Σήμερα, πέντε χρόνια αργότερα, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Οι δαπάνες για την παιδεία ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι οι χαμηλότερες των τελευταίων πενήντα ετών, τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ αντιμετωπίζουν σοβαρά λειτουργικά προβλήματα, στην τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση επικρατεί γενικευμένο χάος, η παραπαιδεία απομυζά τον οικογενειακό προϋπολογισμό και η απέχθεια των μαθητών για το σχολείο γίνεται όλο και πιο έντονη. Ο κατάλογος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι μαθητές, οι φοιτητές, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι πολύ μακρύς. Τα ερωτήματα ωστόσο που οφείλουν να απασχολήσουν τους πολίτες 4 του Οκτώβρη, είναι: α) ποια πολιτική ευθύνεται για αυτήν την κατάσταση και β) τι πρέπει να γίνει για να την αλλάξουμε.
Το κύριο πρόβλημα της εκπαιδευτικής πολιτικής που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια είναι ότι αντιμετωπίζει την εκπαίδευση ως μια ακόμα επιχειρηματική δραστηριότητα και προσπαθεί να την εκμεταλλευτεί προς την κατεύθυνση της αύξησης των οικονομικών μεγεθών. Αυτό σημαίνει ότι η παιδεία αντιμετωπίζεται σαν καταναλωτικό αγαθό ενώ οι μαθητές, οι φοιτητές και οι γονείς τους ως καταναλωτές. Ο τεράστιος κύκλος εργασιών της παραπαιδείας, των κέντρων πιστοποίησης γνώσεων πληροφορικής, των ιδιωτικών σχολείων κλπ., εγγράφεται στο ΑΕΠ και συνεισφέρει στην εικόνα της «ανάπτυξης» της οικονομίας. Αντίθετα, η επένδυση χρημάτων στη δημόσια εκπαίδευση με σκοπό την παροχή πραγματικής δωρεάν παιδείας υψηλού επιπέδου θεωρείται «αντι-αναπτυξιακή» και λανθασμένη. Με άλλα λόγια, όποιος αναγκάζεται να πληρώνει για τη μόρφωση των παιδιών του είναι χρήσιμος για τα οικονομικά μεγέθη. Αντίθετα, αν τα παιδιά καταφέρουν να βγάλουν το σχολείο χωρίς φροντιστήριο οι οικονομικοί δείκτες μειώνονται. Έτσι, η εκπαίδευση υποτάσσεται όλο και περισσότερο στους κανόνες της αγοράς και αποκτά τα χαρακτηριστικά κοινού εμπορεύματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται: για παράδειγμα, οι γόνοι των υψηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων απολαμβάνουν καλύτερων εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Οι γονείς βεβαίως δεν πληρώνουν τόσα χρήματα επειδή τους περισσεύουν. Πληρώνουν επειδή τους αναγκάζει η απαξίωση της δημόσιας εκπαίδευσης, κατά τον ίδιο τρόπο που η διάλυση του ΕΣΥ στρέφει τον κόσμο στον ιδιωτικό τομέα της υγείας, η διάλυση των ασφαλιστικών ταμείων στις ιδιωτικές ασφαλίσεις κλπ. Λόγω της υποχρηματοδότησης της δημόσιας εκπαίδευσης τα σχολεία λειτουργούν με πλήθος ωρομισθίων εκπαιδευτικών και με ελλείψεις διδασκόντων σε βασικές ειδικότητες. Παράλληλα οι απαιτήσεις των πανελλαδικών εξετάσεων βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τις παρεχόμενες από το σημερινό σχολείο γνώσεις, υποχρεώνοντας μαθητές και γονείς να αναζητήσουν διεξόδους στην παραπαιδεία.
Το πόσο ταυτίζονται οι πολιτικές ΠΑΣΟΚ και ΝΔ προς την κατεύθυνση της εμπορευματοποίησης της παιδείας φάνηκε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο κατά την προσπάθεια της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, η οποία αποσκοπούσε στην επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όσο γι’ αυτά που ακούστηκαν περί «μη κερδοσκοπικών» ιδιωτικών πανεπιστημίων, θυμίζουμε ότι οι πρώτοι που αντέδρασαν ήταν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες των κολεγίων οι οποίοι υποστήριξαν ότι είναι αδύνατο να υπάρξει ιδιωτικό πανεπιστήμιο με μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα.
Για να μπορέσει η παιδεία να αποτελέσει παράγοντα ουσιαστικής κοινωνικής ανάπτυξης, πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια λογική διαφορετική από αυτή που τη βλέπει σαν ένα ακόμα γρανάζι του σημερινού οικονομικού συστήματος. Το σημαντικότερο κεφάλαιο που μπορεί να έχει μια κοινωνία είναι ένα σύστημα παιδείας που παρέχει στη νέα γενιά τα απαραίτητα εφόδια για να διαμορφώσει κριτική σκέψη και να μπορεί να ονειρευτεί και να πραγματώσει έναν καλύτερο κόσμο. Αυτή τη στιγμή η νεολαία μας συνθλίβεται από το άγχος, κυνηγώντας το στόχο της επαγγελματικής αποκατάστασης σε ένα μέλλον που φαίνεται όλο και πιο σκοτεινό. Της είναι όλο και δυσκολότερο να νιώσει αγάπη και ενδιαφέρον γι’ αυτά που κάνει και δε χάνει την ευκαιρία να εκδηλώνει τη δυσαρέσκεια και την οργή της γι’ αυτήν την κατάσταση.
Η ένδεια των εκπαιδευτικών πολιτικών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ αποτυπώνεται εύγλωττα στο νομό Ρεθύμνου. Τόσο το Υπουργείο Παιδείας όσο και η τοπική αυτοδιοίκηση απέτυχαν να αντιμετωπίσουν το διογκούμενο πρόβλημα της ανεπάρκειας της σχολικής στέγης και του εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων υποδομών. Παράλληλα τα μεγάλα ποσοστά σχολικής διαρροής, κυρίως στον αγροτικό χώρο του νομού, αντικατοπτρίζουν το μέγεθος της αδυναμίας των εκπαιδευτικών μηχανισμών να ανταποκριθούν στις ανάγκες των νέων ανθρώπων.
Ο ΣΥΡΙΖΑ αγωνίζεται για μια παιδεία που θα είναι κοινωνικό αγαθό, που θα παρέχεται δωρεάν σε όλους, ανεξάρτητα από τις οικονομικές τους δυνατότητες, και όχι εμπόρευμα που θα πουλιέται. Είναι αναγκαία η ουσιαστική αύξηση των δαπανών για την παιδεία από τον κρατικό προϋπολογισμό. Πρέπει να αναδιαρθρωθούν τα προγράμματα σπουδών στα σχολεία ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μαθητών και να προωθούν την κριτική σκέψη, την πρωτοτυπία, την αμφισβήτηση και να σέβονται τον ελεύθερο χρόνο τους. Υπερασπιζόμαστε το δημόσιο δωρεάν πανεπιστήμιο και την κρατική χρηματοδότηση της έρευνας.
Ας αλλάξουμε την κατάσταση!
ΣΥΡΙΖΑ Ρεθύμνου
* Δημοσιεύθηκε σήμερα στις εφημερίδες "Κρητική Επιθεώρηση" και "Ρεθυμνιώτικα Νέα"
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "ΣΥΡΙΖΑ Ρεθύμνου" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

