Οπότε, πριν μεγαλοπιαστώ με αυτά που δεν θα με πάρει ο χρόνος να διαβάσω και δευτερη φορα, ξανάπιασα κάποια παλιά αγαπημένα, σκονισμένα στα πίσω ράφια της βιβλιοθήκης. Διάβασα δεύτερη φορά τους Νεκρούς και ενταφιάστηκα δίπλα σε έναν έρωτα ακριβοπληρωμένο μια βροχερή νύχτα. Δυο φορές ακόμα το Πέδρο Πάραμο και αφουγκράστηκα τους ψίθυρους και τις κραυγές των παρακείμενων τάφων.
Και τώρα ξαναδιαβάζω το Ο Μαλόν Πεθαίνει. Ο Μπέκετ είναι ο νονός μου. Όχι. Aυτός είναι ο Καμύ. Όταν τον πρωτοσυνάντησα, άλλαξα θρησκεία και όνομα...
Ο Μπέκετ είναι ένας μακρινός θείος. Σαν αυτούς τους θείους, που βρίσκεις σε κάποιες οικογένειες και κανείς δεν μιλά γι'αυτούς. Kι όταν το κάνουν, το κάνουν ψιθυριστά. Σαν μια αρρώστια που αν δεν ακουστεί δυνατά θα φύγει, και ο ταλαίπωρος κρεβατωμένος θα σηκωθεί ως ο παράλυτος της Βηθεσδά. Κι εσυ ρωτάς ποιος είναι αυτός ο θείος και πλάθουν ιστορίες μεγαλείου στις Αμέρικες και δεν μαθαίνεις ότι πήγε για τσιγάρα κι έφυγε ή ότι πήγε για τσιγάρα κι "έφυγε".
Κι όταν ο κόσμος τού του δίνει εξιτήριο κάθεσαι και κοιτάς αποχαυνωμένος αυτό το εξωτικό πλάσμα που ξέβρασε μια θάλασσα που ποτέ δεν γνώρισες κι ακούς μαγεμένος ιστορίες για χώρες που ποτέ δεν υπήρξαν και ξαφνικά ξέρεις ότι είσαι ο μόνος που τον αγαπάς κι ο μόνος που εκείνος αγαπάει, γιατί ποτέ δεν τον κατάλαβες κι αυτός ποτε δεν κατάλαβε εσένα. Κι αυτό σας φτάνει. Κι όταν πεθάνει, γιατί θα πεθάνει, όπως όλοι πριν και όλοι μετά, ξέρεις πως δεν θα κλάψεις
κι αρχίζεις να μιλάς σαν αυτόν και να κοιτάς σαν αυτόν και οι συγγενείς με βλέμμα επιτιμητικό κουνούν το κεφάλι σαν περιστέρια στο Σύνταγμα κι η μάνα σου κλαψουρίζει "σαν τα μούτρα του τον κατάντησε" και ο πατέρας σου καταριέται την ώρα και τη στιγμή, γιατί δεν έγινες γιατρός ή δικηγόρος ή στρατιωτικός, τέλος πάντων ρε αδελφέ, να έχεις ένα σίγουρο μισθό, να κάνεις οικογένεια. Κι αυτό το ένα, τα δύο, άντε το μισό ταλέντο που είχες δεν το καλλιέργησες, δεν το σπούδασες να το κάνεις δίπλωμα στον τοίχο και μετά να το πουλήσεις δυο δραχμές την οκά. Μόνο το έκανες όνειρο.
Ή εφιάλτη.
Δεν έχει σημασία.
Και περιφέρεσαι αδίκως, αναζητώντας και γράφοντας, γράφοντας και αναζητώντας και όταν βρίσκεις αυτό που αναζητάς, σε αποφεύγει, σε υποτιμά, γελάει παιχνιδιάρικα και κρύβεται ξανά. Κι εσένα δεν σε νοιάζει γιατί ο θείος σου, ο αγαπημενος σου θείος, σου άφησε ότι πιο πολύτιμο είχε. Τον πιο φτωχό θησαυρό που θάφτηκε ποτέ σε νησί...
--------------------------------------------------------------------------------
Με διακόπτω για να δηλώσω πως αισθάνομαι σε εξαιρετική φόρμα. Παραλήρημα ίσως.
Μαλόν
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ill timed or out of time?" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

