Κερνάω ένα ποτό. Τζιν τόνικ. Αγγλίδα σκέφτομαι. Ναι, από το Νιούκαστλ. Παράξενο, δεν ακούγεται σαν Geordie. Οι γονείς της ήταν από το Λονδίνο. Ήταν? Η μητέρα της πέθανε όταν ήταν δεκατρία, μισούσε τον πατέρα της, ακόμα τον μισεί. Στα δεκαέξι έφυγε με ένα σακίδιο στην πλάτη για μια καλύτερη ζωή, στα δεκαεννιά ήταν στο Άμστερνταμ. Γιατί να πηδιέται για τα άθλια φιλοδωρήματα μια σερβιτόρας, όταν μπορεί να το κάνει για πολλά περισσότερα. Χαμογελάει ξανά. Μέσα από τα δόντια της, καθώς μιλάει, ένα μικρό φώς μοιάζει να ξεπροβάλλει.
Άλλο ένα ρούμι. Κι ένα τζιν. Πάντα με τόνικ. Είναι καλά. Δουλεύει τα πρωινά σε μια βιτρίνα στην Kreupelsteeg και μερικά βράδια σε ένα μπαρ κοντά στο Vodka Museum, όπου σερβίρει γυμνόστηθη. Σήμερα έχει ρεπό. Θέλει να χορέψει. Πολύ μιλήσαμε.
Το μπαρ είναι χωρισμένο στα τρία. Το πρώτο κομμάτι, σαν εστιατόριο, με τραπέζια για τέσσερις και φτηνά κόκκινα τραπεζομάντιλα. Ζευγάρια, νεαρά και ηλικιωμένα κάθονται, πίνουν συζητώντας τα ποτά τους, κυρίως Oranjeboom. Στο δεύτερο κομμάτι καθόμαστε εμείς. Μια ωοειδής ξύλινη μπάρα στο κέντρο, γεμάτη προσκυνητές που σηκώνουν το κεφάλι μόνο για τη μυστικιστική επίκληση τους στο Άγιο Οινόπνευμα και την αναζήτηση του εξομολογητή με το άσπρο πουκάμισο και το μαύρο παπιγιόν. Το τρίτο κομμάτι είναι κλειστό. Μια τζαμαρία σε αφήνει να δεις, αλλά όχι ν’ακούσεις. Τρία ζευγάρια λικνίζονται στους ρυθμούς μιας μουσικής που μόνο να τη μαντέψεις μπορείς. Η εικόνα είναι αστεία.
Με παίρνει από το χέρι. Χορεύουμε. Δεν ξέρω το τραγούδι, ξέρω, όμως το ρυθμό. Πλησιάζει το σώμα της. Ακουμπάει πάνω μου κι ένα φιλί ξεφεύγει από τα χείλη της και προσγειώνεται στα δικά μου. Το στόμα της ακολουθεί μια περίεργη τροχιά και φτάνει στο αυτί μου. Μένει σε ένα δυαράκι εδώ πιο πάνω με άλλες δυο κοπέλες. Είναι μόνη της απόψε. Οι άλλες δουλεύουν. Μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Κοιτάω το πρόσωπο της, πιο φωτεινό κι από την ντεμοντέ ντισκομπάλα που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας. Χαμηλώνει το βλέμμα. Είναι υπέροχη.
Ψελλίζω μια δικαιολογία και την τραβάω έξω από την πίστα. Είμαστε ιδρωμένοι. Ένα ρούμι ακόμα και φεύγουμε. Και ένα τζιν ακόμα. Γελάει. Δεν χρειάζεται να τη μεθύσω. Το ξέρω. Πληρώνω τα ποτά και φεύγουμε. Περπατάμε βιαστικά. Δεν είναι μακριά, εδώ πιο κάτω. Στην επόμενη γωνία στρίβουμε. Στην πόρτα τη φιλάω, ψιθυρίζω μια βιαστική καληνύχτα και φεύγω. Με κοιτάει περίεργα καθώς χάνομαι στο επόμενο στενό σφυρίζοντας. Ανεβαίνει πάνω. Απόψε θα κοιμηθεί μόνη…
Την επόμενη μέρα, τα πόδια μου με σέρνουν προς την Sint Jansstraat. Έχει ένα μικρό coffee shop εκεί που σερβίρει τον καφέ με 2 γκίλντερς μόνο. Χρειάζομαι έναν καφέ επειγόντως. Μια μέρα κουραστική είναι στη μέση της κι εγώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να ανοίξω τα μάτια μου. Κοιτάζω δεξιά μου. Ένα μικρό στενό με μια μικρή ταμπέλα. Kreupelsteeg. Τα βήματα μου με οδηγούν ανεπαίσθητα. Προσπερνώ τις βιτρίνες, σχεδόν, αδιάφορα. Την βλέπω. Με κοιτάζει. Είναι δεν είναι δεκαεννιά. Δεν χαμογελάει. Δεν είναι όμορφη. Μπαίνω μέσα. 100 γκίλντερς? 100 γκίλντερς. Βγάζω δυο χαρτονομίσματα και τ’ακουμπάω στο μικρό μπλε κομοδίνο. Περπατάω σιγά προς το κρεβάτι. Οι κουρτίνες κλείνουν και το σκοτάδι απλώνεται στο μικρό δωμάτιο. Γυρίζω προς το μέρος της και το δωμάτιο ξαφνικά γεμίζει με φως.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ill timed or out of time?" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

