Διπλοτσεκάρουν τα δεσμά του κι αποχωρούν. Μένει μόνος μαζί με τους δώδεκα αποστόλους του, μα, αυτός ο τάλας, δεν λυγίζει. Πιο σκληρός από τον βράχο του, πιο δυνατός από τα δεσμά του, στέκει εκεί στην κορυφή του κόσμου γνωρίζοντας την αμαρτία που τον φυλάκισε, προλέγοντας την αμαρτία που θα τον βασανίσει, αναμένοντας τη λύτρωση, που θ’αργήσει αλλά θα’ρθεί, δεκατρείς γενιές μετά.
Ο Προμηθέας γνωρίζει. Αυτό είναι το μεγάλο αμάρτημα του. Η διάδοση της γνώσης της φωτιάς τον φέρνει σιδηροδέσμιο στην κορυφή του Καυκάσου. Η απόκρυψη μιας άλλης, πιο μυστικιστικής και ζωτικής για τον άρχων του κόσμου, θα τον ρίξει στα Τάρταρα όπου θα βασανίζεται για την ευσπλαχνία του με την συστηματική αφαίρεση ενός εκ των σπλάχνων του. Σε μέλλοντα χρόνο, γνωρίζει και γνωρίζουμε, πως αυτό το ίδιο αμάρτημα θα τον ελευθερώσει και μαζί μ’αυτόν όλους εμάς τους ταπεινούς, εν τη κοινή γνώσει, αδελφούς του.
Για τον Αισχύλο, ο Προμηθέας είναι το όχημα μιας έντονης πολιτικής αντίδρασης σε κάθε τι τυρρανικό, ακόμα κι αν αυτό είναι το θεϊκό δικαίωμα στην εξουσία. Ένα παράδοξο για έναν δημοκράτη, αλλά βαθιά θρησκευόμενο ποιητή, ο οποίος στις Ευμενίδες του περιγράφει τον ίδιο τύρρανο, ως δίκαιο και πάνσοφο θεό. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε αν στον Προμηθέα Λυόμενο, που ακολουθεί, μαζί με τον ήρωα, λύεται και η παρεξήγηση. Αν ο δίκαιος Ζευς αναγνωρίζει στον Προμηθέα την συμβολή του στην ανάληψη της εξουσίας και στον άνθρωπο το δικαίωμα της γνώσης.
Η παράσταση
Μια γυναίκα καθισμένη σε μια χαμηλή πέτρα, κοιτάζει έντρομη το κενό. Δυο άντρες με καφέ κοστούμια στέκονται στην κορυφή της κερκίδας. Γρήγορα κατεβαίνουν τα σκαλιά και ξαπλώνουν με το πρόσωπο στο χώμα και τα χέρια «δεμένα» πισθάγκωνα. Σιγά σιγά, δέκα ακόμα άντρες παίρνουν τη θέση τους κατάχαμα και ο ήχος αλλεπάλληλων πυροβολισμών γεμίζει τον χώρο. Η παράσταση έχει αρχίσει.
Η προσέγγιση ενός αρχαίου δράματος είναι πάντοτε ένα ζήτημα ατελείωτων συζητήσεων, πολλώ δε μάλλον, όταν την προσέγγιση αυτή την κάνει ένας σκηνοθέτης γνωστός για την επιμονή του στην σωματική ερμηνεία των ηθοποιών, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον στιβαρό λόγο που χαρακτηρίζει, κυρίως, τις αισχυλικές τραγωδίες.
Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, έκανε, στην τρίτη του, μεταφορά του Προμηθέα Δεσμώτη, μια εξ’αρχής και εξ’ορισμού, αμφιλεγόμενη κίνηση. Ξεγύμνωσε τον Προμηθέα από τον οντολογικό προβληματισμό και ανέδειξε μόνο την πολιτική πλευρά του έργου, επιχειρώντας μια σύνδεση της Τιτανομαχίας και των επακολούθων της με τη σημερινή πολιτική κατάσταση.
Όπως ο ίδιος λέει σε μια συνέντευξη του, ο χορός των Ωκεανίδων είναι μια ομάδα εξαθλιωμένων μεταναστών, δεσμωτών της σημερινής εξουσίας οι οποίοι, ενώ ξεκινούν παραδομένοι στην κατήφεια του μαρτυρίου τους, με την είσοδο του Προμηθέα εναντιώνονται στην εξουσία και ορθώνουν και αυτοί το ανάστημα τους, «γίνονται και αυτοί Προμηθείς», απαντώντας καταφατικά στη, λάιτ μότιφ, ερώτηση της παράστασης: «Θα έρθει μια μέρα?».
Για να το επιτύχει αυτό, ακολουθεί μερικούς ακόμη πιο αμφιλεγόμενους δρόμους.
Επιλέγει ένα σύνολο ηθοποιών και την παρουσίαση του κειμένου σε τρεις γλώσσες, ελληνικά, τούρκικα και γερμανικά, δίνοντας μια παγκοσμιοποιημένη ανάγνωση. Και οι τρεις λαοί δοκιμασμένοι σε συνεχείς πολέμους, κατά καιρούς ηττημένοι και ταπεινωμένοι, και σίγουρα συμμέτοχοι του ζητήματος. Πάνω απ’όλα, δίνει τον Προμηθέα σε έναν, εξαιρετικό, Τούρκο ηθοποιό, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την κοινή μοίρα των, ακόμα και αντιμαχόμενων, λαών.
Ο Ήφαιστος, το Κράτος και ο Ωκεανός, αναδύονται μέσα από τον χορό, υποδεικνύοντας την άμεση σχέση του δέσμιου με τον δεσμοφύλακα του, του πάσχοντα με τον συμπάσχοντα, ενώ η Ιώ, μια κυνηγημένη μετανάστρια κατά τον σκηνοθέτη, έρχεται απ’έξω υπογραμμίζοντας το πρόβλημα της γυναίκας στην σημερινή κοινωνία και την εμπορευματοποίηση της λευκής, ή και μάυρης, σάρκας της.
Ο Ερμής, σε μια απίστευτη σκηνοθετική έμπνευση, εμφανίζεται ξαφνικά μέσα από το κοινό, ανάμεσα στο οποίο βρίσκεται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Το τσιράκι της εξουσίας, είναι ένας από εμάς. Δεν είμαστε εμείς άμοιροι των ευθυνών μας. Ίσα ίσα, είμαστε μέτοχοι των δεινών τους. Ο Γερμανός ηθοποιός, σαν δεσμοφύλακας στρατοπέδου συγκέντρωσης, περιπαίζει, χτυπάει, βασανίζει τον ταλαιπωρημένο χορό, ο οποίος σε στάση προσοχής, υπομένει, μα δεν λυγίζει.
Τέλος, κι εδώ βρίσκεται και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της παράστασης, ο σκηνοθέτης εισάγει έναν ακόμα χαρακτήρα (ή μήπως είναι η, βουβή στον Αισχύλο, Βία?). Μια γηραιά κυρία καθισμένη σε μια πέτρα, η οποία είναι παρούσα στη σκηνή πριν την έναρξη της παράστασης και παραμένει και μετά το τέλος της. Από το στόμα της δεν βγαίνουν αισχύλεια λόγια, αλλά, στο Α στάσιμο, μια ανάμνηση ενός, εμφυλίου(?), πολέμου και μιας βασανιστικής απαίτησης για προδοσία και, στο Γ στάσιμο, ένα κείμενο για την καταστροφική μανία της φωτιάς, του θείου δώρου, που ο Προμηθέας έκλεψε για εμάς, κι εμείς χρησιμοποιήσαμε με όλους τους λάθος τρόπους.
Η παράσταση κλείνει αμέσως μετά το χειροκρότημα του κοινού. Ο Τούρκος Προμηθέας μας ζητάει να κάνουμε ησυχία και μας ρωτάει, στα ελληνικά: «Θα έρθει μια μέρα?». Κάποιοι απαντούν, κάποιοι άλλοι όχι. Και αυτή, ακριβώς, είναι και η κατακλείδα της παράστασης. Είμαστε όλοι παρόντες στη σημερινή, τραγική, πολιτική κατάσταση. Κάποιοι από εμάς στεκόμαστε βολεμένοι, αδιάφοροι για τον πόνο και την καταστροφή που μας περιβάλει. Κάποιοι άλλοι, ορθώνουν το ανάστημα τους, απαντούν στο ερώτημα των καιρών και είναι έτοιμοι να γίνουν και αυτοί Προμηθείς.
Εν κατακλείδι, αυτού του κειμένου, η παράσταση του Θεάτρου Άττις ήταν μια τυπική τερζοπούλεια παράσταση. Σωματικές ερμηνείες, γεωμετρική διάταξη των ηθοποιών στο χώρο, εξαιρετική χρήση ήχου και φωτισμού και, πάνω απ’όλα, μια διαφορετική, πιο προσωπική, ματιά σε ένα κείμενο ηλικίας δυόμιση χιλιάδων ετών. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία, με μια μόνο, μικρή, ένσταση. Η τραγωδία του Αισχύλου υπήρξε η αφορμή και το μέσον για την επίτευξη ενός στόχου. Ο τίτλος της παράστασης ως «Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου» μοιάζει κάπως παράταιρος. Θεωρώ ότι μια εστιασμένη στο Θέατρο Άττις αναφορά της παράστασης θα ήταν περισσότερο τίμια απέναντι στο, ανυποψίαστο, κοινό. Γιατί το υποψιασμένο, δεν είχε καμμία αμφιβολία για το τι ακριβώς θα παρακολουθούσε.
Ιδιαίτερη αναφορά, τέλος, πρέπει να γίνει στο έργο τέχνης του Γιάννη Κουνέλλη, ενός εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της arte povera παγκοσμίως, που κοσμούσε τους τοίχους του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας. Μια κατασκευή με σχοινιά και πέτρες ύψους περίπου πέντε μέτρων και συνολικού μήκους περίπου εξήντα, η οποία δέσποζε στον σκηνικό χώρο αναδεικνύοντας τα κοινά, σε όλους μας, δεσμά, αλλά και τον κοινό, μεταξύ μας, δεσμό.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ill timed or out of time?" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

