Τα μικρά μου βιάζονται να κλείσουν τα τέσσερα.
Ναι! Τα διδυμάκια μου καβατζάρισαν τα τρεισήμισι και το Μάιο θα γίνουν τεσσάρων! Τα χαίρομαι όσο δεν φαντάζεστε. Η δική τους όμως φαντασία είναι που καλπάζει και καθημερινά μας αιφνιδιάζουν με σχόλια που δεν περίμενα από το μικρό της ηλικίας τους. Μια λοιπόν που και η πανδημία είναι σε ύφεση, λέω να κάνω ένα ευχάριστο διάλειμμα και να σας διηγηθώ την σημερινή μας ιστορία, πηγαίνοντας στο …σχολείο μας.
Να σας περιγράψω όσο πιο γλαφυρά μπορώ, τι εννοώ όταν λέω για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, όταν δηλαδή ολοκληρώνουν τον 2ο χρόνο ζωής και μέχρι τον 5ο με 6ο, τα νήπια όπως τα λέμε στην παιδιατρική ορολογία, τι εννοώ λοιπόν όταν λέω ότι σε αυτή την ηλικία δεν υπάρχει καλύτερος σύμμαχος στην διαπαιδαγώγησή τους, από την φαντασία τους. Με ρωτούν συχνά οι γονείς νηπίων: «τι να κάνω που δαγκώνει τα άλλα παιδιά στον σχολείο;» ή «φοβάμαι μήπως ζηλεύει το αδερφάκι που σε λίγες μέρες θα γεννηθεί». Ανάμεσα στα άλλα, ανάλογα με την περίσταση, τονίζω την σημασία που παίζει η φαντασία των παιδιών αυτής της ηλικίας στο να μάθουν τι είναι καλό και τι κακό.
Σε αυτό τον τομέα οφείλω να αποδώσω τα εύσημα στην καλή μου και την δική της αστε
ίρευτη φαντασία, που γεννά ιστορίες με το ζηλιάρη Τοτό ή την Κούλα που δάγκωνε και δεν την έκαναν παρέα ή τέλος τον τσιγκούνη Πέτρο που δεν τον έπαιζε κανένας. Σήμερα λοιπόν μου δόθηκε η ευκαιρία να παίξω και εγώ λίγο με την φαντασία των μικρών μου. Κάτι το χθεσινοβράδινο παραμύθι του Τριβιζά (δεν χάνω την ευκαιρία αν είμαι στο σπίτι να τους διαβάσω κάτι πριν να κοιμηθούν. Από τις αδυναμίες μου η ελληνική μυθολογία αλλά και τα “άπαιχτα”, ατελείωτα λογοπαίγνια του Τριβιζά.), και κάτι η ανάγκη να αποτρέψω «δίδυμη σύρραξη» γεννήθηκε η παρακάτω ιστορία.
Δεν έχουμε διανύσει παρά μερικά βήματα από το σπίτι, καθοδόν για τον παιδικό σταθμό. Η Χαρούλα μου φορά ένα καφέ μπουφανάκι, το οποίο λόγω χρώματος είχα κατά λάθος φορέσει στον Ερμή λίγο πριν από τα Χριστούγεννα. Είχαμε πάει βόλτα και αγνοώντας τις ήπιες διαμαρτυρίες της, το φόρεσα στον Ερμή. Μόνο για μια βόλτα επειδή βαρέθηκα να ξανανέβω επάνω και να φέρω μπουφάν του μικρού μου. Άσε που του πήγαινε πολύ. Στην τότε βόλτα μας, κάποιος τους χάρισε από ένα μικρό δενδράκι στολίδι χριστουγεννιάτικο. Πράσινο του Ερμή και κόκκινο της Χαράς. Ο μικρός λοιπόν το φύλαξε στην τσέπη του μπουφάν του. Ή
μάλλον πιο σωστά την τσέπη του μπουφάν ΤΗΣ!
Όταν η μικρή μου έβαλε το χεράκι της στην τσέπη του μπουφάν της, έβγαλε από μέσα το πράσινο δενδράκι του Ερμή.
«Μπαμπά κοίτα τι βρήκα!»
Δεν χρειάζεται να σας πως ότι το ραντάρ του Ερμή αμέσως εντόπισε το δεντράκι του στο χέρι της Χαράς και το ύφος της φωνής του προμήνυε καυγά.
«ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΑΘΙΝΟ!!!»
Για να δω την πονήρω την μικρή να σφίγγει στην παλάμη το δενδράκι και να το κρύβει πάλι βαθιά στην τσέπη της.
«ΘΕΛΕΤΕ!» πετάγομαι εγώ ως διαδυδιμικός μεσολαβητής «να σας πω μια ιστορία…»
Η έμπνευση μου τους ξάφνιασε ευχάριστα.
"Ναι…" μουρμουρίζουν με ένα συγκρατημένο ενθουσιασμό.
«Μια φορά και έναν καιρό(η αγαπημένη μου και πολύ πρωτότυπη εισαγωγή), ήταν δύο αδερφάκια, ο Μημής και η Χαχά»
«ΌΧΙ δεν θέλω να μας πεις για εμάς!!...» πετάγεται ο Ερμής.
Με μια εσάνς αυστηρότητας τον προλαβαίνω: «μα δεν είπα Ερμή, είπα ΜΗΜΗ» και δεν είπα Χαρά αλλά ΧΑΧΑ. Και μάλιστα ξέρετε γιατί τον Μημή τον έλεγαν Μημή;»
«Γιατί;» ρωτά η Χαρά.
«Γιατί όλο φώναζε “μη!” “μη!” και την Χαχά την έλεγαν Χαχά, γιατί δεν έχανε ευκαιρία να μην κοροϊδέψει φωνάζοντας “χα!” “χα!”. Μια μέρα λοιπόν περπατούσαν στον δρόμο και η Χαχά βρήκε ένα δεντράκι του Μημή στην τσέπη της. Μόλις ο Μημής το πήρε χαμπάρι άρχισε να της φωνάζει “Μη! Μη! Είναι δικό μου, άφησέ το…” και η Χαχά κρατώντας το δεντράκι του Μημή άρχισε να τον πειράζει φωνάζοντας “Χα! Χα! Δεν μπορείς να το πάρεις, τώρα είναι δικό μου!”. Ξαφνικά, πετάγεται μπροστά τους ένας μεγάλος άντρας που τον έλεγαν …Μπούλα! Ξέρετε γιατί τον έλεγαν Μπούλα;»
«Γιατί;» ρωτά απορροφημένος ο Ερμής.
«Γιατί έμοιαζε με τον μπαμπούλα! Π ετάγεται λοιπόν ο Μπούλας και αρπάζει το δεντράκι παιχνίδι, εξηγώντας με αυστηρή φωνή “αφού αντί να παίζετe μαλώνετε, θα το πάρω εγώ και δεν θα το έχει κανείς…”
Ο Μημής και η Χαχά, τρόμαξαν! Δεν είπαν τίποτα και γύρισαν στο σπίτι τους. Λίγο πριν μπούνε μέσα γυρίζει ο Μήμης και λέει στην Χαχά: “συγνώμη που δεν σε άφηνα να παίζεις με το δεντράκι μου…” και η Χαχά του απαντά “εγώ ζητώ συγνώμη που δεν σου έδινα το παιχνίδι σου..” και τότε πετάγεται και πάλι μπροστά τους ο Μπούλας δίνοντας πίσω το δεντράκι, εξηγώντας τους ότι για πλάκα τους το είχε πάρει και τώρα που τους έβλεπε αγαπημένους ήθελε να τους το ξαναδώσει. Φεύγοντας τους συμβούλεψε αντί να μαλώνουν να μοιράζονται τα παιχνίδια τους γιατί έτσι θα έχουν διπλά παιχνίδια….»
Βλέποντας την αυλόπορτα του παιδικού μας σταθμού τους ρωτώ:
«Σας άρεσε η ιστορία;»
«Ναι!» Πετάγεται ο Ερμής.

«Θα μου δώσετε δηλαδή στέρεο φιλάκι;» και σκύβω προβάλλοντας τα μάγουλά μου για να έρθουν και να μου δώσουν ταυτόχρονα από ένα φιλί

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Pediatre" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

